Γιατί λατρεύω τον Ντίνο Χριστιανόπουλο.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είναι ίσως ο σπουδαιότερος, εν ζωή, Ελληνας ποιητής.

Και είναι σπουδαίος με μία έννοια παράξενη, αλλόκοτη. Ο Χριστιανόπουλος παίρνει τη ψυχή σου και την ανατριχιάζει. Ακόμα και με τρεις μόνο λέξεις του. Και αυτό τον κάνει σπουδαίο.

Τον άνθρωπο αυτόν τον συμπάθησα με το που τον είδα. Μιά φυσιογνωμία,ευγενική,πονηρή- με την όμορφη την έννοια- και πανέξυπνη. Μάτια που λάμπουν και ένα παρουσιαστικό που με τίποτα δεν προδίδει την ηλικία του (σήμερα 82 ετών)
Οσο μιλούσε τόσο μέσα μου ρίζωνε η βεβαιότητα ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που αξίζει κανείς να ασχοληθεί μαζί του. Να τον αναλύσει και να αυτοαναλυθεί.
Πολλές φορές εριστικός και είρων. Πρώτα απ’ολα απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Αλλά παράλληλα με μιά σπάνια γλυκήτητα και ένα εξαιρετικά διακριτικό,ανεπαίσθητο χιούμορ να διαπερνά κάθε του αφήγηση.
Οχι, ο Χριστιανόπουλος σίγουρα δεν είναι γερομουρμούρας ή κακός, όπως πιθανόν πιστεύουν πολύ. Εχει απλά συνειδητοποιήσει πως η συνύπαρξη με μιά κοινωνία ηλιθίων και η επιβίωση μεσα στις σκληρες συνθηκες της καθημερινοτητας επιτυγχάνεται μόνο με την ειλικρίνεια και το ρεαλισμό. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως του λείπει η ευαισθησία ή η καλοσύνη. Απλώς έχει το κριτήριο να διακρίνει πότε και σε ποιούς αξίζει να είναι έτσι και πότε αλλιώς.
Και έχει σίγουρα παραξενιές. Τις παραξενιές ενός σπάνιου καλλιτέχνη και μιάς σπάνιας προσωπικότητας.

Τα ποιήματα του Χριστιανόπουλου τα χαρακτηρίζει μιά λύπη. Μιά μοναξιά που ψάχνει απεγνωσμένα να γιατρευθεί. Ενα αίσθημα ανικανοποιήτου. Μπορεί να γράφει για έρωτες υπερβολικούς, συνταρακτικούς,συχνά ταπεινωτικούς και μονόπλευρους, μπορεί να μοιάζει να έχει ζήσει τόσα, όσα άλλοι θέλουν 10 ζωές για να ζήσουν, μπορεί κάποιες φορές και να εκτίθεται περιγράφοντας μία εκκεντρική ζωή – και φυσικά και δεν εννοώ καθεαυτή την προσωπική του ζωή, παρά μόνο ορισμένες αναφορές στα ποιήματα του για »αγοραία πεζοδρόμια», »πιάτσες στο Βαρδάρι» κλπ- αλλά πάντα μιά θλίψη, μιά έλλειψη ουσιώδης, είναι αυτό που συνταρράσει στα ποιήματα του.
Και είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο ότι ο Χριστιανόπουλος χρησιμοποιεί την Ποίηση και η Ποίηση τον Χριστιανόπουλο.
Αυτός μοιάζει να τη χρησιμοποίει για να λυτρωθεί. Τη χρησιμοποιεί όμως έντιμα. Δεν της κρύβει τίποτα, δεν την εκβιάζει. Της μιλά σαν να μιλά στον εαυτό του και ακόμα πιο πολύ, της μιλά με γενναιότητα και με μια ωμή, πρωτοφανή ειλικρίνεια, ούτε στο ελάχιστο αυτολογοκρινούμενη. Καταθέτει τη ψυχή του και το σώμα του, τις πιο μύχιες επιθυμίες του και τις πιο κρυφές του σκέψεις, απογυμνώνεται πλήρως και κάποτε αυτομαστιγώνει το γυμνό του κορμί, με τέτοια μανία, που όμως δεν σου προκαλεί οίκτο αλλά έναν απέραντο σεβασμό.
Και η Ποίηση είναι γενναιόδωρη μαζί του. Δεν τον προδίδει. Και είναι ίσως το μόνο που δεν τον προδίδει. Αντίθετα τον βοηθά να εκφραστεί και φαίνεται να του αναπληρώνει τη μοναξιά του.
Γι’αυτό το αποτέλεσμα είναι τόσο εξαιρετικό. Γιατί είναι ανεπιτήδευτα αληθινό και προπάντων αμφίπλευρο.

‘’Ελα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά                
  Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζώο,       
  να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος·           
  να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο,        
  να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω.            
Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου, για να μάθεις πια να μην κλοτσάς.»

»Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπο σας            ¦ »Η νύχτα ειναι παγερή και μ’έχεις στήσει.
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά        ¦  με γέλασες, με γέρασες»
έναν ώμο ν’ακουμπάτε την πίκρα σας,             ¦
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψη σας,      
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μιά φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;»

»Τώρα που σ’έχω διαγράψει απ’την καρδιά μου
ξαναγυρνάς όλο και πιο πολύ επίμονα
όλο και πιο πολύ τυρρανικά•
δεν έχουν έλεος τα μάτια σου για μένα
δεν έχουν τρυφερότητα τα λόγια σου
τα δάχτυλα σου έγιναν τώρα πιο σκληρά
έγιναν πιο κατάλληλα για το λαιμό μου.»

»Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιό πολύ,

όμως η δική σου τρυφερότητα πόσο καιρό ακόμα θά βαστάξει;
Ο,τι μάς γλύκανε, τό ξέπλυνε ό χρόνος κι ή συναλλαγή,
εκείνοι που μάς χαμογέλασαν βουλιάξαν σε βαθια πηγάδια
και μείναν μόνο κείνοι που μάς πλήγωσαν,
εκείνοι που αρνήθηκαν να τους υποταχτούμε.
Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν πιο πολύ.»

Κάτι άλλο που χαρακτηρίζει τα ποιήματα του είναι το χιούμορ του. Ενα χιούμορ που επιστρατεύεται παντού, ακόμα και σε στιγμές υπέρτατης συγκίνησης του, και περιβάλλεται με τον μανδύα του αυτοσαρκασμού και της ειρωνείας.
Αυτό είναι ένα άλλο σπουδαίο κομμάτι της ποίησης του.Ο Χριστιανόπουλος δεν τρέφει αυταπάτες. Ξέρει πως αυτό που γράφει είναι προκλητικό και δεν τον νοιάζει, γιατί είναι η αλήθεια του.Δεν ωραιοποιεί τη ζωή του, τα λάθη του. Γιατί δεν το έχει ανάγκη. Είναι περήφανος για αυτά που έζησε ακόμα και αν πολλές φορές δείχνει να του προκαλούν έναν απύθμενο καημό, ένα γλυκόπικρο μαράζι. Ομως στο τέλος τα υποστηρίζει όλα, δεν προδίδει τις επιλογές του.
Βέβαια υπάρχουν και στιγμές που ούτε και μιά ελάχιστη διακριτική ειρωνεία δεν έχει θέση και το ξέρει και ο ίδιος. Και τότε είναι που η γραφή του σε διαλύει. Γιατί δεν την ελαφραίνει τίποτα. Ο Χριστιανόπουλος βάζει μπροστά στα πόδια σου τη ψυχή του και σε προκαλεί, σχεδόν σε εκλιπαρεί, να την πατήσεις, να την κάνεις κομμάτια. Και εσύ υπακούς. Μόνο που σου διαφεύγει πως τελικά είναι η δική σου η ψυχή που κομματιάζεται.

»μην καταργείται την υπογεγραμμένη   » <<οταν πεθάνω, να με θα θάψετε στο χωριό>>
ιδίως κάτω απο το ωμέγα                             θέλουν να τιμήσουν με το πτώμα τους
έιναι κρίμα να εκλείψει                             την πατρίδα που αρνήθηκαν με το σώμα τους»
η πιο μικρή ασέλγεια
του αλφαβήτου μας»

»Μες στην απελπισμένη έξαψη μου μην είσαι τόσο αδυσώπητος μαζί μου
Δείξε μου αγάπη, έστω και από συμπόνια,
οταν τα χείλη δε μπορούν να ειρωνευτούνε,
όταν τα χέρια δε βαστιούνται άλλο πια.»

‘Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά
καλύτερη και απ’ότι λαχταρούσα
τώρα που μου’ρθαν όλα όπως τα’θελα
κι αρχίζω να βολεύομαι μες στην κρυφή χαρά μου
νιώθω πως κάτι μέσα μου σαπίζει»

Τέλος, τα ποιήματα του είναι απλά, επικίνδυνα απλά, στα όρια του πεζού, αν βέβαια δεν ήταν ο Χριστιανόπουλος ο δημιουργός τους. Δεν πασχίζει να βρει νέες λέξεις, να χρησιμοποιήσει εντυπωσιακά λυρικά τεχνάσματα, δεν καταφεύγει σε εύκολες και κοινές λύσεις.
Σε καθηλώνει με λέξεις καθημερινές, σχεδόν ακατάλληλες για ένα ποίημα, σα να θέλει να πάει κόντρα ακόμα και σε αυτό.
Και τα καταφέρνει. Γιατί είναι το περιεχόμενο του τόσο δυνατό, που ξέρει και ο ίδιος πως αυτό που θα το αναδείξει είναι μόνο η απλότητα. Οι φανφάρες, τα φτιασίδια θα το χαντακώσουν και θα το αλλοιώσουν.
Και έχει το ταλέντο να ξέρει τη θέση ακριβώς κάθε λέξης, έτσι που αν προσπαθήσεις να τη βάλεις εσύ σε κάποιο άλλο σημείο, το ποίημα χάνεται. Σαν μία πόρτα που ανοίγει σωστά μόνο με το δικό της κλειδί. Κάθε άλλος τρόπος την πληγώνει, την καταστρέφει.
Και πολλά απο αυτά είναι και εξαιρετικά μικρά. Από δύο ώς πέντε σειρές. Και όμως τρυπώνουν τόσο εύκολα μέσα σου, σε ταρακουνούν με τέτοιο αριστοτεχνικό τρόπο που σε καταπλήσσει κάθε φορά.
Ο Χριστιανόπουλος έχει πετύχει λοιπόν ακριβώς αυτό. Αφήνει τον αναγνώστη να ολοκληρώσει το ποίημα. Του δίνει το δρόμο, του χαράζει το συναίσθημα, τον καθοδηγεί με τις λέξεις του, αλλα λίγο πριν το τέλος σταματά και σε αφήνει τόσο πλήρη μα και συνάμα τόσο μα τόσο άδειο, σαν δαρμένο. Με ένα περίεργο συναίσθημα ψυχικής ολοκλήρωσης και διάλυσης μαζί.  Ο Χριστιανόπουλος σε μαστιγώνει και σε χαιδεύει με τέτοια ισορροπια που μονο οι ιδιοφυίες μπορούν.

»Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια
ο έρωτας κερδίζεται με την υποταγή.
Δεν ξέρω πως αντιλαμβάνεσαι εσύ τον έρωτα           
δεν είναι μόνο μούσκεμα χειλιών,                                              
φυτέματα αγκαλιασμάτων στις μασχάλες,
συσκότιση παράπονου,
παρηγοριά σπασμών.
Είναι προπάντων επαλήθευση της μοναξιάς μας,
όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο κορμί.»

»δε μπόρεσα να σ’αντικαταστήσω με κανέναν
όχι γιατί ήσουν αναντικατάστατος

απλώς γιατί από έρωτα σε έρωτα
πάντα μεσολαβεί λίγο κενό»

»αυτά τα φιλιά θα μυρηκάζω όταν σε χάσω
αυτά τα αγκαλιάσματα θα’ναι οι κονσέρβες της μοναξιάς μου
κι αυτό το στάξιμο στο μαξιλάρι απ’τον ιδρώτα της μασχάλης σου
θα μου θυμίζει τη μοσχοβολιά του κορμιού σου»

»κάθε φορά που νομίζω πως σ’έχω στο χέρι       ΄΄Και τί δεν κάνατε για να με θάψετε
βλέπω πόσο ο έρωτας είναι αχειροποίητος»          όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος.»

»Οταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,                            
σ’αυτούς που ώρες στέκονται σε μιά ουρά,                                        
έξω από μιά πόρτα ή μπροστά σ’έναν υπάλληλο,                            
κι εκλιπαρούν με μιά αίτηση στο χέρι
για μιά υπογραφή, για μιά ψευτοσύνταξη.

Οταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι, γίνομαι ένα με τους τσαλακωμένους.»

Αυτός ειναι λοιπόν για μένα ο Χριστιανόπουλος. Και νιώθω ευγνώμων που υπάρχει.
Θα κλείσω με μιά φράση που συνηθίζει να χρησιμοποιεί ο ίδιος με τη χαρακτηριστική του φωνή:
» Το φαντάζεστε;; »
Οχι δεν το φαντάζεστε. Ο Χριστιανόπουλος ξεπερνά κάθε φαντασία και κυρίως κάθε προσδοκία.

volematakatastrofis

[[ Οσοι δε γνωρίζετε τον Ντίνο Χριστιανόπουλο αφιερώστε λίγο από το χρόνο σας, αν θέλετε, και δείτε τα παρακάτω αποσπάσματα από την σχετικά πρόσφατη συνέντευξη του στην εκπομπή »Στα άκρα» της Βίκης Φλέσσα στη ΝΕΤ.]]
ΜΕΡΟΣ Α’:

ΜΕΡΟΣ Β’:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s