Ο ήρωας μου, είσαι εσύ.

// Ποιος άνανδρος χτυπάει την πόρτα των δυνατών και τους ζητεί παρηγοριά για όσα, ούτε λίγο, ποτέ του δεν άγγιξε.
Ποιος τυχαία ευτυχής, με περίσσιο θράσος, καταφέρεται εναντίον του ημιτελούς όλου.
Ποιος απ’αυτούς γυρνά στους δρόμους, λογίζοντας για παρέα τον όχλο των περαστικών και για μοναξιά το χάδι του ενός. //

Εάν θα έπρεπε ποτέ να διαλέξω ανάμεσα σε όσους θάβουν τους πόνους τους, για να μπορούν να τους νικάνε,
και σ’εκείνους που τους κοιτάν κατάματα περιμένοντας να δουν ποιος θα λυγίσει πρώτος, όταν καθόλου δε πιστεύουν πως θα’ναι αυτοί που θα κρατήσουν τα μάτια τους ανοιχτά ως το τέλος,
θα διάλεγα τους τελευταίους.

Διότι συγκροτούν την ύλη όλης της ύπαρξης τους στην αλήθεια. Ο πόνος δεν είναι κάτι το αποδεκτό. Κανείς δεν τον καλεί και κανένας δεν τον υποδέχεται με βάϊα.
Ομως αν περιμένεις τον χρόνο να κλείσει την πληγή σου, αν δεν την ακουμπάς μην τη ματώσεις, δεν θεραπεύσαι ποτέ.
Ισως λησμονείς, και η λήθη ομοιάζει της επούλωσης κατά πολύ.
διαφέρει όμως κατά τούτο το ουσιώδες: Στη λήθη ξεχνάς το πώς νικήθηκες, δε νικάς τον ηττητή σου.
Και δεν έχει καταγραφεί ποτέ περίπτωση στην οποία να ωφελεί η άγνοια των τρόπων που αποκτήθηκαν τα τραύματα, αφού έτσι, δεν γιατρεύονται δα και ποτέ.

Οι τρόποι, βέβαια, με τους οποίους επιχειρεί ο καθένας να τα αντιμετωπίσει, δεν είναι κοινοί για όλους.

Αν με ρωτάς, ανήκω σε όσους παλεύουν μόνοι τους να καταγράψουν την πλήρη αλήθεια όσων τους τσακίζουν, για να τα δουν μετά συμπαγή μπροστά τους. Δε ζητώ συμβουλές, δεν μ’αρέσει η παρηγοριά. Θέλω μοναχικά να νικώ ό,τι με πονάει ,ώστε να μπορώ με σιγουριά μετά να βρω το πώς και το γιατί, να το πω στον εαυτό μου και να το αφήσω εκεί γυμνό, χωρίς πια να με αγγίζει. Μια εσωτερική αναζήτηση όπλων ικανών να καταστρέψουν κάθε εχθρό που σου διαλύει το είναι. Μία διαδικασία που κάνει πολλές φορές τους ανθρώπους δίπλα σου να νιώθουν περιττοί ή μη επιθυμητοί. Και που ζητούνε, το πολύ, μιά σιωπηρή αγκαλιά.

Υπάρχουν και εκείνοι, που θέλουν να επικοινωνούν το άλγος της ψυχής τους. Εκείνοι που αποζητούν στην τρικυμία τους, τον ώμο του ανθρώπου που αγαπούν, για να ακουμπήσουν τις ασχήμιες που έχουν βρει τη ζωή τους. Που δεν αποφεύγουν να αφήσουν τα δάκρυα τους στα χέρια σου, ούτε νιώθουν ευάλωτοι σαν το κάνουν.

Δε ξέρω ποιος έχει δίκιο, μιάς και σ’αυτά μάλλον κανείς ποτέ δεν έχει.
Ή με ποιον τρόπο θα βλέπατε εσείς πως μπορούν να ταιριάξουν δύο άνθρωποι απ’την κάθε μία κατηγορία.

Ξέρω όμως πως όταν αναλογίζομαι τον πόνο τον δικό σου και ψάχνω να βρω με τί δικά μου σχέδια υποθετικά θα τον νικούσα -μιας και μου είναι άγνωστος- δεν βρίσκω κανένα. Δε βρίσκω μέσα που θα λείαιναν την ένταση του, ούτε συστήματα που θα ενεργοποιούσαν επιτυχώς άμυνες μου απέναντι του. Για να’μαι ειλικρινής, δε ξέρω αν υπάρχουν καν τρόποι ή αν ο πόνος αυτός είναι από’ κείνους που τελικά μόνον ο χρόνος τον επουλώνει, αδρανοποιώντας τις εκρήξεις του μέχρι να είναι πια διαχειρίσιμες.
Η απώλεια, ως σχήμα, σηματοδοτεί εν τω πυρήνα της, την αδυναμία δημιουργίας νέων στιγμών.
Το συνακόλουθο πένθος, έγκειται ακριβώς εκεί. Στην συνειδητοποίηση πως οι μνήμες μας, τελειώσαν.
Η βίαιη αφαίρεση των μεταγενέστερων στιγμών και άρα των μελλοντικών αναμνήσεων είναι αυτό που μας διαλύει αλλά και που διατηρεί τον πόνο αυτόν διαυγή και αναλλοίωτο.

Δε ξέρω λοιπόν αν προσεγγίζεται ποτέ αυτό το μέγεθος. Αν μπορεί να νικηθεί.
Ξέρω, όμως, πως όταν βλέπω εσένα να αναμετράσαι μαζί του, τόσο γενναία, τόσο αθόρυβα, τόσο αξιοπρεπώς, συνειδητοποιώ πως όσο δυνατός κι αν είναι ο μπάσταρδος, εσύ θα είσαι πάντα ένα βήμα παραπέρα.
Δεν κατάφερε να σε ρημάξει- και σε θαυμάζω γι’αυτό.
Δεν του παρέδωσες τη ψυχή σου και μπορώ με βεβαιότητα να πω πως αυτή είναι και η μόνη νίκη απέναντι στο θάνατο.
Να μην του επιτρέψεις να καταπιεί μαζί και τους ζωντανούς του ανθρώπου που κάποτε επισκέφθηκε.
Στέκεσαι εκεί, σε κοιτάζω και μετατρέπεσαι ολοένα στην σύνδεση μου με την ίδια βεβαιότητα πως αν υπάρχει αθανασία, εγώ έχω το προνόμιο να την αγγίζω.

Και αν αναρωτιέστε ακόμη πώς μπορούν να ταιριάξουν δύο τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι, δεν έχω να σας δώσω την απάντηση.
Μόνο να σας παραθέσω το βίωμα πως αναπληρώνουν ισορροπίες, βοηθώντας ο ένας τον άλλον να συμπληρώσει τα μέρη που από επιλογή είχε αφήσει ελλιπή και που πια έχει ανάγκη να δει ολόκληρα. Και ίσως αυτό να αρκεί.

Λοιπόν θα στο πω όσο πιο σύντομα μπορώ:

Για μένα, ο ήρωας μου, είσαι εσύ. 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s