Η ανάγκη των »προσωπείων».

Κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του δεκάδες άλλους. Μάλιστα όσο περισσότερο μεγαλώνει, όσο περισσότερο αναπτύσσει τους γνωστικούς του κώδικες, όσο περισσότερο αποδέχεται και διευρύνει τους συναισθηματικούς του ορίζοντες, όσο, τελικά, περισσότερο αποζητά να αναμετράται με τα, κάθε είδους, όρια του, τόσους περισσότερους υπό-ανθρώπους δημιουργεί.
Είναι σφάλμα να νομίζουμε πως η παίδευση, με όποια της μορφή, θα μας κάνει να ξεδιαλύνουμε αυτό το Ενα που είμαστε. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι Ενα.
Οσο πιο πολύ σμίγεις με τον έσω εαυτό σου, όσο πιο πολύ τον λαξεύεις, χαράσσοντας ουσιαστικές προεκτάσεις του, αυτό που ολοένα κατακτάς δεν είναι μια μοναδική ταυτότητα, αλλά η δυνατότητα να αναγνωρίζεις το πότε, το κατά πόσο και το κατά πού θα δίνεις προβάδισμα πότε στον έναν και πότε στον άλλον σου εαυτό.
Και αυτή είναι μια σπουδαία δυνατότητα.
Αλήθεια, πόση σπουδαιότητα ενυπάρχει στην προοπτική να αυθυποβάλλεσαι στα πάθη σου, να επιβάλλεσαι στην κακότητα σου, να οριοθετείς την ευαισθησία σου;
Η διαφορά του μέτριου με τον άριστο είναι ακριβώς αυτή:
Ο μέτριος αγνοεί τους εαυτούς του. Αυτοί σεργιανούν ανενόχλητοι μέσα του και τον ελέγχουν, εμφανιζόμενοι όπως αυτοί κάθε φορά επιθυμούν, στην κλίμακα που επιθυμούν και μάλιστα συχνά σε περιπτώσεις όπου δεν ταιριάζουν. Οι εαυτοί του, τον προδίδουν.
Ο άριστος έχει απόλυτη γνώση όλων του των εαυτών. Του καλού, του κακού, του ανόητου, του ιδιοφυούς, του φοβισμένου και του γενναίου, του σοβαρού, του αστείου, του ευαίσθητου ή του άσπλαχνου εαυτού του. Και επιλέγει τούτος το ποιος θα επικρατήσει την κάθε στιγμή. Οι εαυτοί του, λοιπόν, τον υπηρετούν.

Αυτός είναι, μάλιστα, και ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος να αντιλαμβάνεσαι τους ανθρώπους γύρω σου. Από το πλήθος των εναλλαγών που συντελείται στο πρόσωπο τους.
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: Κάποιος, που μοιάζει να είναι πάντοτε ευαίσθητος, σχεδόν ποτέ, δεν είναι ούτε στο ελάχιστο.
Ο πραγματικά ευαίσθητος δε δακρύζει με όλες τις ταινίες, δε βρίσκει κομμάτια της ψυχής του σε όλα τα τραγούδια. Δεν συγκινείται απ»ολα τα ποιήματα. Δε ριγά σε όλα τα ηλιοβασιλέματα. Δε θα χρησιμοποιεί πάντα όμορφες λέξεις, δε θα σου περιγράφει πάντα εύηχες εικόνες, δεν τον πληγώνουν όλες οι συμπεριφορές των ανθρώπων.
Ο πραγματικά ευαίσθητος ξέρει πότε και κυρίως τί είναι αυτό που αξίζει, ώστε να ενεργοποιηθεί η ευαισθησία του.
Και τότε τη μοιράζει απλόχερα, χωρίς φόβους, χωρίς υψωμένους ,γύρω του, τοίχους.
Ξέρει τι είναι αυτό που μπορεί να τον πληγώσει και αδιαφορεί για τα άλλα. Γνωρίζει πολύ καλά ποιες μουσικές θα ιάσουν τη ψυχή του και απλώς ακούει τις υπόλοιπες, ποιες ιστορίες είναι ικανές να αγγίξουν το ενδόμυχο θυμικό του και απλώς βλέπει όσες απομένουν.
Δε θα’ταν, λοιπόν, υπερβολή να πούμε, πως ο πραγματικά ευαίσθητος διατηρεί, εν γνώσει του, ίσως και επί σκοπόν, εξωτερικά όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να τον ονομάσουν αναίσθητο. Και αδιαφορεί.
Μάλιστα η αδιαφορία του πώς φαίνεται στους άλλους είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό του, ας τον ονομάσουμε καλλιεργημένου, ανθρώπου.
Δεν έχει καμία ανάγκη να φλυαρεί άσκοπα για τα έργα που παρακολούθησε, για τους συγγραφείς που αγαπά , για τις νότες που τον σημάδεψαν. Γιατί τίποτε από αυτά δεν τα έπραξε για να στα μονολογήσει την επομένη. Γιατί γνωρίζει πως ό,τι κέρδισε, δε θα φανεί στη λεκτική απαρίθμηση των εμπειριών του και ξέρει πολύ καλά συνάμα, ότι αυτοί που θα τον αντιληφθούν χωρίς να προαπαιτήσουν καταλόγους »επιτευγμάτων», είναι και αυτοί που τελικά αξίζουν να μοιραστεί το είναι του μαζί τους.
Επιδιώκει να σου χαρίσει τη ψυχή του, όχι με τάσεις επιδειξιομανίας, αλλά με στόχο την αλληλοαναπλήρωση πνευματικών συμπάντων.

Τα »προσωπεία» μας, λοιπόν, ή ορθότερα η χρήση αυτών, είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να είμαστε υπερήφανοι.
Τα κέρδισες τα »προσωπεία» σου. Οσο οξύμωρο και αν σου ακούγεται αυτό.
Με μία ειδοποιό διαφορά: Να χρησιμοποιούμε τους εαυτούς μας λελογισμένα και ειλικρινά.
Οχι υπό το κράτος παθών, εγωισμών ή ψεύτικων στόχων αρκετά μακριά απ’την πραγματικότητα μας. Οταν, δηλαδή, σκοπό δεν έχουμε να εξαπατήσουμε τον άλλον, αλλά να τον δοκιμάσουμε τόσο, ώστε να γνωρίζουμε πολύ καλά πως όταν βγάλουμε τη μάσκα, όταν σταθούμε γυμνοί μπροστά του με ανοιχτές όλες μας τις πληγές και όλες μας τις νίκες, θα έχουμε κερδίσει έναν άνθρωπο και όχι μία ανάμνηση. Τόσο, ώστε να έχουμε πεισθεί πως το πρόσωπο κάτω απ’το προσωπείο κατόρθωσε τούτος να μας το ζητήσει και ας νομίζουμε τάχα πως του το προσφέραμε εμείς. Και είναι και αυτό κάτι.

Φυσικά και δεν είναι εύκολο να αναγνωρίσεις, αλλά και να γνωρίσεις τον άνθρωπο αυτό. Φυσικά και δεν έχουν όλοι την επιθυμία, την υπομονή ακόμα και την επιμονή να συνδεθούν μαζί του. Φυσικά και οι πολλοί θα προτιμήσουν τον άλλον, αυτόν που ανοιχτός σε όλα και σε όλους, στέκεται λίγο πιο’ κει.
Οσοι όμως δεν είναι διατεθειμένοι να παραχωρήσουν λεπτά απ’τη ζωή τους για να σε μάθουν, δε ενέχονται στο να διεκδικούν λεπτά απ’τη δική σου. Και να είσαι σίγουρος πως τα λεπτά τους αυτά θα τα έδιναν στον καθένα που θα τύχαινε να βρεθεί δίπλα τους. Και δε θες να θυσιάσεις την αλήθεια σου σε τέτοιους αχόρταγους ανθρώπους, χωρίς διαπροσωπικό κριτήριο ή συναισθηματικό μέτρο. Δε θες να χαραμιστείς σε ανθρώπους ανικανοποίητους, που κατέχουν φαινομενικά ύψιστες αξίες, που μοιάζουν να στοχεύουν σε αυτές, αλλά που είναι πρόθυμοι στην στιγμή να τις προδώσουν, για να χορτάσουν, άκοπα και επιφανειακά, την εσωτερική τους άβυσσο.
Δε θες αυτούς τους ανθρώπους να είναι άνθρωποι σου, όχι γιατί είναι αυτοί, αλλά γιατί είσαι εσύ. Γιατί η επιλογή των συνοδοιπόρων μας, χαρακτηρίζει πρώτα απ’όλα εμάς. Δεν προδίδεις αυτούς, αλλά τον εαυτό σου με το να τους κάνεις κομμάτι σου.
Η δύναμη να ερημώνεις τον κόσμο σου, ακόμα και αν αυτό σημαίνει να μένεις μόνος σου, ώσπου να βρεις τους κατάλληλους, δεν είναι δειλία, μα ύψιστο θάρρος.
Και το ξέρεις καλά.

Μη ντρέπεσαι, λοιπόν, για τα προσωπεία σου. Μη νιώθεις ένοχος που τα έχεις, μην εύχεσαι να ήσουν κάτι σαν αυτό που σου ζητούν: ένα ανοιχτό βιβλίο.
Τα ανοιχτά βιβλία, σπάνια αξίζουν να διαβαστούν, κάτι που γνωρίζουν όσοι ξέρουν αληθινά από δαύτα.
Τα ανοιχτά βιβλία, είναι βέβαιο πως θα πέσουν μονάχα στα χέρια όσων, εξ ανάγκης, επιχειρούν να γνωρίσουν δυό γραμμές.
Να επιλέγεις να γίνεσαι ένα κλειστό βιβλίο. Οχι βέβαια ερμητικά κλειστό, όχι ανόητα απροσπέλαστο.
Σου λέω, να γίνεσαι σαν το βιβλίο στο ράφι εκείνο, που το χέρι όπου θα υψωθεί για να το διαλέξει, θα έχει περάσει αδιάφορα τ’ άλλα στη βιτρίνα. Τα ανοιχτά.

Advertisements

One thought on “Η ανάγκη των »προσωπείων».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s