O

Ο δύσμοιρος αυτός λαός, απ’ το 40′ ακόμα, παλεύει με τη φτώχεια, τους πολέμους και την κακουχία. Τρία χρόνια γερμανικής κατοχής κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αμέσως μετά εμφύλιος και κάπως έτσι έκανε την εμφάνισή του το λεγόμενο «κατοχικό σύνδρομο».

Αυτό, λέει, είναι κάτι σαν αυτό που παθαίνουμε μετά από 3 μέρες γαστρεντερίτιδας. Που ‘χουμε βγάλει ό,τι σε υγρό έχουμε μέσα μας και μασάμε μόνο φρυγανιές. Και την 4η μέρα, που ερχόμαστε στα ίσια μας παραγγέλνουμε πίτσες, σουβλάκια, γύρους και καρμπονάρες και καταλήγουμε να τσιμπάμε μια πατάτα, γιατί τόσο τελικά μπορούμε.

Σ’ όλα αυτά τα δεινά, λοιπόν, ο Έλληνας στερήθηκε. Και στερήθηκε πολλά. Και δεν ήταν μόνο τα υλικά που του ‘λειψαν, όσο η ψυχοσύνθεση που σακατεύεται από ένα χάος που μοιάζει να μην έχει τέλος. Όταν οι εχθροί φύγανε και πήγε να πάρει μία ανάσα, φαγωθήκαμε μεταξύ μας. Και ξανά μανά, πείνα και δυστυχία. Και μετά, μία πρόσκαιρη ανακωχή μέχρι τη χούντα του 67′, όπου το φασιστικό καθεστώς φρόντισε αρκετά επιτηδευμένα να υπνωτίσει με οικονομικές παραχωρήσεις τον κόσμο. Κι έτσι από το 74’ αρχίζει σιγά σιγά αυτός ο λαός να βρίσκει το δρόμο του, ακόμα κι αν η τρομερή ευκολία στα πάντα αποδείχτηκε τελικά επίπλαστη. Κοινωνική ηρεμία, αναταραχές τέλος. Και ξαναγέμισαν τα ράφια, και φούσκωσαν τα στομάχια. Όμως ο τρόμος είναι άτιμο πράγμα. Δεν πα να ‘χεις δέκα διαφορετικούς χυμούς στο ψυγείο; Σε τρώει το άγχος ότι θα πάθεις αφυδάτωση γιατί πριν από λίγο δεν είχες καν νερό.

Κατοχικό σύνδρομο, φίλοι μου. Να καταναλώνεις και ταυτόχρονα να αποθηκεύεις όλο και πιο πολλά, χωρίς τις περισσότερες φορές να τα χρειάζεσαι γιατί χαράχτηκε βαθιά μέσα σου ο φόβος ότι τη μία μέρα ξυπνάς στο ζεστό σου κρεβάτι και την άλλη σε κυνηγάνε τανκς. Τα παιδιά που έζησαν την κατοχή, μετέπειτα τον εμφύλιο, κι αργότερα τη δικτατορία, μεγάλωσαν. Και θέλουν το καλύτερο για αυτούς και τα δικά τους τα παιδιά. Το κυριότερο, θέλουν απεγνωσμένα τη σιγουριά. Λογικό; Παράλογο; Κανείς δεν μπορεί να κρίνει την αντίδραση ενός λαού που ταλαιπωρήθηκε τόσο, ιδίως όταν όλοι οι μηχανισμοί γύρω του τον προετοίμασαν δεκαετία τη δεκαετία και τον ώθησαν εν τέλει στο πικ ενός γιγιαντιαίου υπερκαταναλωτισμού της μεταποολίτευσης. Με πολλούς να υποστηρίζουν, πως όλο αυτό ήταν εν μέρει απόρροια του κατοχικού μας συνδρόμου.

Και ερχόμαστε στο σήμερα. Περίπου 6 χρόνια λιτότητας, τα 3 από αυτά αρκετά σκληρής για τον μεγαλύτερο πληθυσμό της χώρας. Η φτώχεια που γνώρισε αυτή τη φορά ο Έλληνας έχει όμως μία βασική ειδοποιό διαφορά απ’ αυτές των προηγούμενων ιστορικών περιόδων. Πριν, ποτέ δεν ήταν πλούσιος. Όσα έχασε, μπορεί να τον έφεραν σε απόγνωση, αλλά δεν είχε προλάβει και να συνηθίσει στα πολλά. Γι’ αυτόν όμως τώρα, το να πηγαίνει από το τζιπ στο χιλιάρι, οι τέσσερις μήνες διακοπών να γίνονται μετά βίας τριήμερο και να κατρακυλά κατά πολλά επίπεδα το βιωτικό και κοινωνικό του στάτους, είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό πλήγμα. Έχει τώρα να παλέψει με το τέρας της αξιοπρέπειας. Το στομάχι προσαρμόζεται, ο νους όμως έμαθε αλλιώς και δεν ησυχάζει. Μπορεί αλήθεια όλοι να υπερβάλαμε στις εποχές των παχιών αγελάδων, όμως σε κανέναν δεν αξίζει να μετράει τα ψιλά του για να δει αν τον παίρνει ή να φάει ή να ζεσταθεί.

Και αναρωτιέμαι. Είναι αυτή η περίοδος που διανύουμε, η τρίτη φορά που ο Έλληνας κινδυνεύει να βιώσει το σύνδρομο της κατοχής;
Στον πόλεμο, τον όποιο πόλεμο, ο κοινός νους λέει ότι κάποτε θα τελειώσει.
Όχι πως αυτό τον κάνει λιγότερο φρικιαστικό ή επίπονο για όσους τον βιώνουν.
Όμως υπάρχει ελπίδα.
Στον οικονομικό Αρμαγεδώνα που εξελίσσεται, και δη σήμερα που δόθηκε στο λαό η ψευδαίσθηση πως δοκίμασε όλες τις πολιτικές διεξόδους κι όμως όλες τελικά οδηγούν στο ίδιο πολιτικό αδιέξοδο, εν ολίγοις ότι δεν υπάρχει δηλαδή  καμία εναλλακτική πέρα απ’ την πολιτική που ακολουθείται, ο κοινός νους δεν είμαι αρκετά σίγουρη αν βλέπει κάπου δρόμο.
Ή αν όλοι πια βολεύονται στη δυστυχία τους, προσπαθώντας να την αγνοούν όσο μπορούν, φτιασιδώνοντάς την λίγο-λίγο.

Αλλά ακόμα κι αν η ελπίδα υφίσταται, δεν ξέρω αν τώρα πια ο Έλληνας έχει το χρονικό περιθώριο να νοσήσει απ΄ το σύνδρομο αυτό. Σίγουρα όποιος συνήθισε στο γιαούρτι, μόλις μπορέσει να πάρει αρνί, δε θα αρκεστεί στο παϊδάκι, μα θα το σφάξει όλο και θα το αποθηκεύσει ώστε να μη ξαναμυρίσει ποτέ του το ξυνό άσπρο κατάπλασμα.

Πάντα η μάνα, μόλις έχει, θα μπουκώσει το παιδί, πάντα τα πρώτα λεφτά που θα περισσέψουν δε θα αποταμιευθούν, αλλά θα ξοδευτούν για να χαμογελάσει η οικογένεια, να νιώσει την παροδική ευφορία που, ας μη γελιόμαστε, προσφέρουν τα υλικά αγαθά. Και πάντα αλαφιασμένα, θα ψάχνουν τα ψυγεία τους για να δουν με τι θα τα ανεφοδιάσουν αύριο μη και ξαπλώσουν με το μάτι έστω και λίγο νηστικό.

Το ερώτημα δεν είναι αν θα συμβεί, εφόσον δοθεί η δυνατότητα. Αυτό είναι δεδομένο. Όσο και να κατηγορήσαμε την φρενίτιδα καταναλωτισμού που μας κατέκλυσε ως κοινωνία, ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Κι αν όχι αμέσως, πάλι τελικά εκεί θα καταλήξουμε. Ίσως αυτή τη φορά, όχι τόσο ψωνισμένοι, λίγο περισσότερο προσγειωμένοι, αλλά σίγουρα ξανά υπερβολικοί.

Το ερώτημα είναι αν πια θέλουν να μας αφήσουν αρνιά στους καταψύκτες για να τα κοιτάμε και να υπνωτίζουμε τις άλλες μας μανίες.
Ή αν πλέον η εξαθλίωση αυτή βολεύει καλύτερα τα σχέδια τους απ’ ότι θα τους βόλευε η πρότερη αποχαύνωση των διακοποδανείων και των ανέργων με τις gold πιστωτικές.

Advertisements