Τα είδη των ερώτων.

Ο έρωτας έχει πολλές μορφές Αλλοτε μεταμφιέζεται σε βολικά αντίγραφα των επιθυμιών μας και άλλοτε μας χτυπά καθαρός, διάφανος και ειλικρινής απέναντι στις προσδοκίες μας.
Ποιο απ’τα δύο είδη ερώτων είναι αυτό που αντέχει στο χρόνο; Ποιος ζει αληθινός, όταν τα εμπόδια που τον έθρεψαν, εξαφανιστούν;
Ποιος έρωτας σε κάνει να περιμένεις τον άλλον όταν δεν μπορείς να τον έχεις, μα κυρίως ποιος έρωτας σε κάνει να επιλέγεις τον άλλον, όταν είσαι πια ελεύθερος να τον έχεις ολόκληρο δικό σου, χωρίς δισταγμούς, χωρίς αδιέξοδα, χωρις πόνο;
Ποιος αναθρέφεται απ’την ίδια του την στάχτη και ποιος προστρέχει να καεί σ’αυτήν εάν έχει την επιλογή να μην το κάνει;
Ο ξαφνικός, αβέβαιος, πλημμυρισμένος από παράλογες πράξεις και σκέψεις;
Ή ο αργά γεννημένος, αυτός που αναδύθηκε απόλυτος, όχι απ΄το ιδεατό της φαντασίας, αλλά απ΄το απτό της πραγματικότητας;
Για ποιον αξίζει να περιμένουμε και σε ποιον αξίζει να στοχεύουμε;
Μα το σημαντικότερο δεν είναι ποιόν έρωτα διαλέγουμε.
Το σημαντικό είναι ποιο συναίσθημα ονομάζουμε έρωτα και αν ορθά του αποδίδουμε αυτόν τον χαρακτηρισμό.
Ο έρωτας δεν είναι ποτέ, πάντα αυτό ή εκείνο. Είναι ένα συνονθύλευμα τόπων, χρόνων, αναγκών, λόγων και συγκυριών.
Το αν θα τον αγγίξουμε ή θα τον αφήσουμε να μας προσπεράσει είναι όμως θέμα προσωπικής μας επιλογής, όσο και αν λέγεται πως εκείνος είναι αυτός που μας επιλέγει.

Παρακάτω θα επιχειρήσουμε να αναπτύξουμε τις δύο πιο συχνές περιπτώσεις, κατ’εικασίαν και ψευδώς χαρακτηριζόμενων, ερώτων.
Ερωτες που μας συναντούν και ακουμπούν σχήματα άλλα, της ψυχοσύνθεσης μας, όχι πάντα υγιή, όχι πάντα ώριμα, ωθώντας μας να ζήσουμε το δικό μας δράμα και οδηγώντας μας να ξεχνάμε πως ίδιον του πραγματικού έρωτος είναι η απόλυτη ταύτιση του με την χαρά και ποτέ με τη λύπη.

»Τον συμπονώ, και αυτό με κάνει να τον αγαπώ.»
Η συνηθέστερη μορφή υποθετικού έρωτα είναι αυτη, στην οποία λανθάνει πάντα η ανάγκη μας να σώσουμε τον άλλον. Διαφέρει βέβαια κάθε φορά το από το τι. Μάλιστα δεν είναι πάντα και ξεκάθαρο, κάνοντας μας πολλές φορές να πείθουμε αρκετά καλά τον εαυτό μας πως έχουμε ερωτευθεί τον άλλον, ενώ στην πραγματικότητα έχουμε ερωτευθεί τη δύναμη μας πάνω του, τη δύναμη μας να τον σώσουμε.
Του δικαιολογούμε τα πάντα, συγχωρώντας του όποια πράξη, η οποία σε κάθε άλλη περίπτωση θα μας έκανε να τον διαγράψουμε απ’τη ζωή μας. Μα όχι αυτή τη φορά. Γιατί κάθε προβληματική συμπεριφορά, κάθε προσαύξηση της αρρώστιας που ζούμε, ανυψώνει, άρει κατακόρυφα την τελική μας επικράτηση. Η ναρκισσιστική μας όψη ενεργοποιείται τόσο έντονα, θεριεύοντας την ανάγκη μας να προσφέρουμε και μέσα απ’την προσφορά μας αυτή να θαυμάσουμε τελικά το υποτιθέμενο μεγαλείο μας. Ταυτόχρονα κάθε δάκρυ, κάθε απόγνωση του ανθρώπου μας, προβάλλει, σαν καθρέφτης και υποσυνείδητα, προβλήματα δικά μας, που επιλέξαμε να θάψουμε. Αυτοθεραπευόμαστε βοηθώντας από μιά θέση θεωρητικά υπέρτερη, χωρίς να ακουμπάμε δικές μας εξαρτήσεις και κυρίως ελπίζοντας πως στο τέλος αυτού του ταξιδιού θα μείνουν δυό άνθρωποι καθαροί, απαλλαγμένοι από βάρη και πληγές, έτοιμοι να αγαπηθούν.
Στοχεύουμε προς την τελειότητα, πράττουμε για αυτήν, ελπίζουμε σε αυτή και ξεχνάμε πως το εσκεμμένο δε μπορεί να είναι ποτέ αληθινό.
Ο άλλος ενστικτωδώς αντιλαμβάνεται την αδυναμία μας και εκμεταλλεύεται στα άκρα τις αντοχές μας, συχνά ακούσια, δοκιμάζοντας μαζί με τα δικά μας και τα δικά του όρια.
Ερχεται, λοιπόν, η στιγμή κατά την οποία η δική του αδιάκοπη αγωνία φτάνει στο μέγιστο σημείο της και κορυφώνει αιτιωδώς τη  δική μας συμπόνια. Και τότε είναι ακριβώς η στιγμή πριν το τέλος των συναισθημάτων.
Διότι κάθε είδος ζενιθιακού συναισθηματικού οίκτου αποκαλύπτει τη γύμνια του »έρωτα» μας, αποσυνθέτοντας τον στα κομμάτια που αρχικώς, ανίδεα, ήταν: Σε συμπάθεια, σε ενδιαφέρον, σε τρυφερότητα. Τίποτα από αυτά όμως δεν είναι έρωτας. Ούτε και ήταν ποτέ.

»Τον έχω ανάγκη και γι’αυτό τον αγαπώ.»
Οι άνθρωποι γελούν τον εαυτό τους. Μιλούν για άνευ όρων αγάπη, ενώ το μόνο που αισθάνονται είναι μία άνευ όρων ανάγκη. Ανάγκη να αισθανθούν, να γελάσουν, να μοιραστούν, να αναπαράγουν στιγμές ευτυχίας. Τίποτε από αυτά όμως δεν είναι αγάπη.
Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε καλύτερα ως μία ευχή αυτοαναγέννησης.
Γεμίζουμε με επιθυμίες, ταυτίζουμε το αληθινό με το ψεύτικο, την ομορφιά με την ασχήμια, το προσωρινό με το αιώνιο, το παρελθόν με το μέλλον. Κλειδώνουμε σ’ένα κορμί γιατί είναι αυτό που ξέρουμε και νιώθουμε μεγάλη κούραση να μάθουμε κάποιο άλλο.
Προσπαθούμε να μπαλώσουμε κενά, να ωραιοποιήσουμε αλήθειες, μανιωδώς προσπαθούμε, χωρίς να ρωτάμε τον άλλον, να ακούμε τον άλλον, να κοιτάμε τον άλλον. Και ξεχνάμε πως ο αληθινός πόνος δεν είναι ποτέ στο ράψιμο, μα στο ξήλωμα.
Δίνουμε στην ελπίδα, που μας στηρίζει, όλο μας το είναι και απομακρυνόμαστε απ’την γνώση, που σπάνια μας συμφέρει.
Αγκιστρωνόμαστε απ’αυτό που κάποτε νιώσαμε, επαιτώντας να μη φύγει ποτέ, ακόμα και την στιγμή που ίσως θα το διώχναμε εύκολα εμείς.
Παραβλέπουμε ότι η συνήθεια, μία ανόητη προσκόλληση σε ό,τι γνωρίζουμε είναι, τελικά, αυτή που μας έχει παραλύσει.
Κανείς δε μπορεί άλλωστε να κριθεί γι’αυτό. Είναι στη φύση του ανθρώπου να βαστιέται σφιχτά απ’αυτό που νομίζει πως χρειάζεται.
Μα τούτο δεν πρέπει κιόλας να μας ξεγελά.

Εν αντιθέσει, υπάρχουν και έρωτες που επιλέγουν να μη δεχθούν ότι είναι έρωτες. Επιλέγουν να ειδωθούν, να αντιμετωπισθούν ως κάτι το πολύ λιγότερο, ως κάτι το ακραιφνώς επιφανειακό. Βολεύονται σε αυτές τις ψευδείς παραδοχές, γιατί η αναγνώριση της αλήθειας τους, φαντάζει μη διαχειρίσιμη. Μέχρι να μην έχουν πια την επιλογή να αγνοήσουν την πραγματική υφή του αισθήματος τους, αλλά μόνο να την παραδεχθούν, με την ελπίδα να μην είναι πια αργά.

Ποτέ, βέβαια, δε μπορούμε να διαισθανθούμε αν αυτό που ζούμε αγγίζει τα όρια του αληθινού, του επιτηδευμένου ή του αρνούμενου έρωτα. Κυρίως γιατί οι άνθρωποι, όταν είναι ευάλωτοι, επιστρατεύουν, ασυναίσθητα, κάθε δικαιολογία που θα λειάνει το ψυχικό τους ξεπεσμό, κάθε λόγο που θα χρωματίσει ποιοτικά την αναξιοπρέπεια που βιώνουν, σαν κάποια μύχια ισχύ.
Υπάρχουν όμως πάντα κάποια σημάδια τα οποία προδίδουν τη φύση του έρωτα μας, κατατάσσοντας τον. Σημάδια που εύκολα μπορούμε να διακρίνουμε ακόμα και αν επιλέξουμε τελικά να βαυκαλιστούμε με ένα, δήθεν, ένα εξ ενδογενούς ενδείας, καλούμενο απόλυτο.

Αξίζει να θυμόμαστε πως:
Η αληθινή αγάπη, ο υγιής έρωτας, δεν έχει ανάγκη τον άλλον. Μπορεί να ζήσει και χωρίς αυτόν. Ξέρει ότι μπορεί να ζήσει και χωρίς αυτόν. Μα επιλέγει να μην το κάνει.
Ο αληθινός έρωτας δεν τρέμει μπροστά στην ευτυχία. Δε δειλιάζει στην όψη μιάς ζωής δίχως συναισθηματικά κενά, δίχως ψυχικούς γκρεμούς. Βλέπει τη γέφυρα και τη διασχίζει αποφασιστικά μέχρι να φτάσει απέναντι, όσο και αν χρειαστεί για να φτάσει εκεί. Δε ξεφεύγει απ’αυτήν, επειδή τον φοβίζει ο δρόμος της αλλαγής.
Ο αληθινός έρωτας σχετίζεται με το χαρακτήρα του άλλου. Απαιτεί να μάθει τον άλλον. Δεν σπεύδει αδαώς και ουτοπικά, να τον εξιδανικεύσει. Επιθυμεί να γνωρίσει τις αρετές του, αλλά κυρίως τα κατεστραμμένα του κομμάτια. Τα διακρίνει, τα αναγνωρίζει και επιλέγει να τα αγαπά.
Ο αληθινός έρωτας αναζητά αλλά κυρίως υπομένει τη γαλήνη. Δεν έχει ανάγκη την τρικυμία, τα προβλήματα, τις δραματικές στιγμές για να υπάρξει ή να θυμηθεί ότι υπήρξε. Δεν πολεμά να δικαιώσει την υπόσταση του όταν κινδυνεύει να χάσει τον άλλον, όταν θαρρεί πως έχασε τον άλλον. Δεν τον επαναφέρει ο φόβος της απώλειας, της απόρριψης, της πιθανότητας να γίνει ο άνθρωπος του ευτυχισμένος, χωρίς αυτόν.
Ο αληθινός έρωτας μετριέται απ’την στιγμή που σβήνουν τα εξωτερικά πάθη, που ελέγχονται τα εσωτερικά λάθη.
Μετριέται απ’την στιγμή που οι συνθήκες γίνονται ιδανικές. Ή μάλλον ακριβέστερα: Απ΄την στιγμή που επιλέγεις να κάνεις εσύ ο ίδιος όλες τις συνθήκες ιδανικές. Χωρίς υπεκφυγές, χωρίς βολικές αφορμές καταστροφής. Οσο αυτός δεν τολμά να επιλέξει συνειδητά την ηρεμία, όσο δεν επιδιώκει την ευτυχία του, όσο γιγαντώνεται από εσκεμμένα και διαρκώς δημιουργούμενα προβλήματα, δε μπορούμε να ομιλούμε πλέον για έρωτα, παρά μόνο για εγωιστικές εκφάνσεις μίας ανώριμης και κάποτε αρρωστημένης ανάγκης, θρασέως ονομαζόμενης απ’τα μέρη ως τέτοιος.
Ο αληθινός έρωτας δε γεννάται τυχαία ή ξαφνικά. Απαιτεί προσπάθεια, διάθεση να περιορίσει το »εγώ» του ώστε να μπορέσει, τελικά, να θαυμάσει τη μαγεία του »εμείς».

Ο αληθινός έρωτας δεν αγωνιά να παραμείνει. Εχει το θάρρος να φεύγει. Γιατί πάντα θα επιστρέφει.

⌊ Κ Υ²⌋


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s