κ

Είμαστε αυτό που επανειλημμένως κάνουμε, είπε ο Αριστοτέλης κάποτε, προσδίδοντας στην έξη ένα ρόλο τεράστιο, σχεδόν καθοριστικό για τη ζωή του ανθρώπου. Αυτό που κάνεις, και μάλιστα συνέχεια, αυτό καταλήγεις να είσαι.

Πράγμα καθόλου περίεργο ή αντιφατικό. Αν πίνω συνεχώς καφέ, αναμενόμενο είναι να εθιστώ στον καφέ. Αντίστοιχα, επομένως, αν συνηθίζω να είμαι αυτός που το βουλώνει σε έναν καυγά ή αυτός που ωρύεται, θα συνεχίζω να είμαι ο ίδιος άνθρωπος. Γιατί αυτό έμαθες, αυτό σε βόλεψε, σε αυτό αναγνώρισες το ολόγραμμα του εαυτού σου σε μία κοινωνική σου επαφή στο παρελθόν, στην ίδια θέση θα το αναζητήσεις και στο μέλλον. Είναι άβολο να αλλάζεις ρόλους, είναι δύσκολο να ξεμαθένεις τον εαυτό σου, είναι χρονοβόρο να προσπαθείς να γίνεις κάτι που νομίζεις πως δε σου ταιριάζει.

Και εκεί έρχεται το ερώτημα: Αλλάζουν οι άνθρωποι; Αν αυτό που για μια ζωή έκανες, είναι αυτό που νομοτελειακά θα εξακολουθείς για μία ζωή να κάνεις, ποιες οι πιθανότητες σου να αλλάξεις αυτά που δε σ’ αρέσουν, να βελτιώσεις τις αντιδράσεις και τις επιλογές σου και συνακόλουθα τη ζωή σου;

Ανάμεσα στην εναλλαγή δύο συνηθειών, δηλαδή δύο έξεων που καταντούν να είναι σώμα σου, υπάρχει το λεγόμενο μαύρο διάστημα. Για να στο παρουσιάσω σχηματικά, θα ακολουθήσω την παρακάτω παρομοίωση. Αν τρως τα νύχια σου, θα ξέρεις ότι είναι πράγμα ασυναίσθητο, καταλήγεις να βρίσκεις κόκκαλο στον αντίχειρα και το παίρνεις χαμπάρι όταν πια κάνεις χράτσα-χρούτσα την άρθρωση. Σαν πάρεις την απόφαση να σταματήσεις αυτή τη συνήθεια, ώστε να γίνει πια συνήθειά σου το να μην τα τρως, ακολουθεί το μαύρο αυτό διάστημα ανάμεσα στην διαρκώς εναλασσόμενη υποχώρηση/επικράτηση του στόχου σου. Θα χρειαστούν βδομάδες ώστε κάθε φορά που φτάνει το δάχτυλο στο στόμα, ο εγκέφαλός σου θα σου λέει «άστο κάτω, χρειάζεσαι επιτέλους νύχια», θα χρειαστούν φίλοι και συγγενείς που θα σου τραβάν το χέρι κάθε φορά που εσύ θα ξεχνιέσαι, θα χρειαστεί πικρό βερνίκι για να νιώθει κάθε λίγο και λιγάκι η γλώσσα σου την πικρίλα και ενστικτωδώς πλέον να κόψει τη δραστηριότητα αυτή. Και κάπως έτσι, κάποτε, ίσως και να καταφέρεις -για λίγο ή για πολύ, δεν έχει σημασία- να μεταβείς από τη μία συνήθεια στην άλλη.

Τι συμπεράσματα μπορούμε να εξάγουμε απ’ το παράδειγμα αυτό; Πρώτον, ότι για να φτάσει να πάρει κανείς την απόφαση να αλλάξει, πρέπει να νιώσει στο μεδούλι του ότι αυτό το κάτι του προκαλεί πλέον πρόβλημα σοβαρό. Όπως αν δεν νιώσεις τον πόνο της παρανυχίδας που σκίζεται γεμίζοντάς σε αίματα για να πάρεις την απόφαση να το ράψεις το ριμάδι το στόμα σου, έτσι κι ο οξύθυμος δε θα γίνει ποτέ πραότερος, αν αρχικά δε συναισθανθεί ότι έχει νεύρα συνεχώς και εν συνεχεία ότι τα νεύρα του αυτά είναι πολλάκις παράλογα. Αν αυτό δεν το παραδεχτεί, αν δεν κρίνει αντικειμενικά το ελάττωμά του, δε θα νιώσει και προφανώς ποτέ την ανάγκη να το βελτιώσει. Δεύτερον, ότι για να αλλάξει ένας άνθρωπος σε κάτι που ‘χει μάθει, χρειάζεται πάντα τη βοήθεια των άλλων. Να τον συμβουλέψουν, να τον επιβραβεύσουν για την επιμονή του, να του υπενθυμίσουν το στόχο του, να του χτυπήσουν την πλάτη για κουράγιο. Τρίτον, ότι, στον άνθρωπο, ο πιο βέβαιος τρόπος για να αλλάξει, είναι να λειτουργήσει όχι η λογική του αλλά το ένστικτο, το αίσθημα αυτοσυντήρησής του. Όσες φορές κι αν πεις ότι δε θα φας τα νύχια σου, αν δε νιώσεις την γεννετικά απεχθή σου πικράδα να καταλαμβάνει κάθε γευστικό σου κάλυκα μέχρι τον οισοφάγο σου, το μάθημά σου δε θα το πάρεις. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν -πάλι, για λίγο ή για πολύ, δεν έχει σημασία- όταν γλιτώνουν στο παρά τσακ από έναν σχετικά βέβαια θάνατο, όταν κινδυνεύουν να χάσουν αυτούς που αγαπούν ή όταν ώριμοι πια δουν το πάλαι ποτέ χαριτωμένο τους ψεγάδι για το οποίο όλοι έκαναν υπομονή, σαν βρόχο που κανείς πια δεν είναι υποχρεωμένος να υπομένει, παρά αυτοί υπόχρεοι να χαλιναγωγήσουν.

Θέλει κουράγιο να αλλάξεις, ακόμη και το πιο μικρό. Αλλά είναι υπέροχο να βλέπεις κομμάτια σου να εξελίσσονται και τελικά με σωφροσύνη να αυτοδιαμορφώνεσαι όχι σε αυτό που έτυχε ή συνήθισες, αλλά σ’ αυτό που συνειδητά επέλεξες. Είναι περίπου το ίδιο με τότε που θα δεις το πρώτο σου ολόκληρο νύχι να φυτρώνει. Δεν ήξερες ότι έχεις, δεν ξέρεις τι να κάνεις με αυτό, τυχαίνει να σου κάνεις και καμια νυχιά καταλάθος, αλλά είσαι περήφανος που κατάφερες να απαλλαχθείς απ’ το επιεικώς ασθενέστερο ατροφικό σου δάχτυλο. Άσε που σ’ αυτό κάθε φορά βλέπεις τη δυνατότητά σου να γίνεσαι καλύτερος. Κι αυτή, είναι η μόνη συνήθεια που ίσως δε θα ‘πρεπε ποτέ να αποποιηθούμε.

Advertisements