|Η άνοιξη αυτή|

Μια ταμπέλα. Ένας άδειος δρόμος. Τα φύλλα που τα κουνάει ο αέρας. Ένας σκύλος που γλείφει τ’ αρχίδια του. Περπατώ.

Και βλέπω τριγύρω μου γκρίζες εικόνες. Σφίγγω το παλτό μου πάνω μου γιατί φυσάει. Πού και πού κάνει την εμφάνισή της μία ανεπαίσθητη αχτίδα του ήλιου. Δε φτάνει όμως. Νιώθω ότι αυτή η άνοιξη δε θα ‘ρθει ποτέ.

Τόσους μήνες το ίδιο σκηνικό. Βαρέθηκα να κρυώνω, να αντικρίζω αυτό το αχνό υπόλευκο που τυλίγει όλη την πόλη. Απλώνει στον ουρανό, καταπίνει τα κτίρια, αγγίζει τα σώματά μας που ‘ναι συνεχώς σφιγμένα, μην τυχόν κι αφεθούν και τα χτυπήσει απροσδόκητα κάποιο μποφόρ.

Μάρτιος. Ήρθε η άνοιξη, λένε. Μα πώς μπορώ να το πιστέψω, όταν ούτε οι αμυγδαλιές δεν το πιστεύουν; Οι μισές ανθίσαν δειλά, οι υπόλοιπες επιμένουν πεισματωμένα να κρατούν κλειστούς τους ανθούς τους. Εγώ, αυτές θα εμπιστευθώ.

Ανάβω ένα τσιγάρο. Δίπλα μου κάποιος έβγαλε ήδη τα καλοκαιρινά του. Κρυώνει, το βλέπω. Όμως επιμένει, θαρρεί πως αν αρχίσει να αφαιρεί από τα ρούχα του δε θα κρυώνει πια. Όμως κρυώνει, γιατί οι μισές τρίχες στα χέρια του είναι όρθιες. Ανωριμότητα. Πιο ‘κει μία γυναίκα, αν με ρωτούσες, θα σου έλεγα ότι είναι μάλλον πιο ντυμένη από ποτέ. Μακρυμάνικα, μπουφάν, ζακέτα, κασκόλ. Υπερβολή. Αλλ’ ίσως αυτό, να είναι η απελπισία. Για εκείνη, ίσως η άνοιξη να ‘ναι κάτι που δε θέλει να ‘ρθει ποτέ.

Εμένα δε με νοιάζει. Φορώ το κοντομάνικό μου, από πάνω ένα ελαφρύ παλτό -κι ίσως στον αέρα τον πολύ να χώσω και καμία ζακέτα μέσα στην τσάντα-. Ελπίδα. Μπορεί η θέρμη να αργήσει όντως, αλλά δε θα σταματήσω ποτέ να ελπίζω σ’ αυτήν.

Και μετά είσαι εσύ. Κάπως μπερδεμένα σου τα λέω. Σκέφτομαι πως, τελικά, οι εποχές δεν έχουνε να κάνουνε ούτε με τον άνεμο, ούτε με ένα αβέβαιο θερμόμετρο που κάποτε σε πρόδωσε γιατί σου μέτρησε τους βαθμούς υπό σκιά. Οι εποχές έχουν να κάνουν με τον άνθρωπο που σε περιμένει. Στο σπίτι σας, σε μία γωνια ενός ήσυχου καφέ, στην ψυχή του. Το τσιγάρο τελειώνει.

Πώς μπορώ να μην πιστεύω στην άνοιξη, όταν ξέρω πως θα με βρει μαζί σου; Αχαριστία.

Λέω λοιπόν σιγανά και ανοίγω το πανωφόρι μου χωρίς να φοβάμαι πια το κρύο:
Η άνοιξη αυτή θα ‘ρθει, γιατί έχεις πρώτα προλάβει να την ανάψεις μέσα μου.

Advertisements